ίλαδόν


ίλαδόν
ίλαδόν, haufen-, scharenweise, in Menge

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ιλαδόν — ἰλαδόν και ἰληδόν (Α) επίρρ. 1. κατά ίλες, σε ίλες 2. άφθονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴλη + κατάλ. τροπ. επιρρ. δον (πρβλ. αναφαν δόν, πρηνη δόν). Ο τ. ἰλαδόν ήταν πιο εύχρηστος για μετρικούς λόγους] …   Dictionary of Greek

  • ἰλαδόν — ἰ̱λαδόν , ἰλαδόν indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίλη — η (Α ἴλη και δωρ. τ. ἴλα και ιων. εἴλη) νεοελλ. 1. μονάδα ιππικού τού παλαιού στρατού που αντιστοιχούσε στον λόχο τού πεζικού 2. λόχος τεθωρακισμένων αρχ. 1. πλήθος, ομάδα ανθρώπων 2. πλήθος ζώων 3. στράτευμα, τμήμα στρατού 4. μονάδα ιππικού από… …   Dictionary of Greek

  • ειλαδόν — εἰλαδόν και εἰλαδών και ἰλαδόν (Α) επίρρ. αθρόα …   Dictionary of Greek

  • επιλαδόν — ἐπιλαδόν (Α) [ιλαδόν] επίρρ. κατά ίλες, καθ’ ομάδας …   Dictionary of Greek

  • ιληδόν — ἰληδόν (Α) επίρρ. βλ. ιλαδόν …   Dictionary of Greek

  • πανιλαδόν — Μ επίρρ. κατά στίφη ολόκληρα, με όλους τους λόχους. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ἰλαδόν] …   Dictionary of Greek

  • στιχάομαι — Α [στίχος] (επικ. τ.) προχωρώ κατά στίχους, βαδίζω στη σειρά μαζί με άλλους (α. «οὔθ ἅλιοι δελφῑνες ἐπὶ χθονός οὔτε τι ταῡροι ἐν πόντῳ στιχόωσι», Άρατ. β. «ἐστιχόωντο ἰλαδὸν εἰς ἀγορήν», Ομ. Ιλ.) …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.